αἱρεσιαρχῶν

αἱρεσιάρχης
leader of a school
masc gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ρόδος — Νησί της Δωδεκανήσου, το μεγαλύτερο του συμπλέγματος και το τέταρτο της Ελλάδας μετά την Κρήτη, την Εύβοια και τη Λέσβο) με έκταση 1.398 τ. χλμ. Μαζί με τα νησιά Τήλο, Σύμη, Χάλκη και Μεγίστη (Καστελόριζο) αποτελεί την πρώην επαρχία Ρόδου. Ρόδος… …   Dictionary of Greek

  • σχισματοποιός — όν, ΝΑ εκκλ. αυτός που γίνεται αίτιος δημιουργίας σχίσματος («αἱρεσιαρχῶν καὶ σχισματοποιῶν», Επιφάν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < σχίσμα, ατος + ποιός*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.